12.12.2013
Battle Lines (πως αμφισβητείται η επιστήμη)

Σας προτείνουμε γι' αυτό το μήνα ένα άρθρο που πραγματεύεται τις δυσκολίες της σύγχρονης επιστήμης να επικοινωνήσει και να καταστήσει κατανοητά στο ευρύ κοινό τα επιτεύγματα της επιστημονικής έρευνας. Έτσι μένει χώρος για αμφισβητήσεις της επιστήμης, για άγνοια και για ψευτοεπιστημονικούς ισχυρισμούς. Έχουμε επιλέξει από το άρθρο αποσπάσματα που αφορούν τα εμβόλια, τον αυτισμό και την κλιματική αλλαγή. Το πλήρες πρωτότυπο άρθρο θα το βρείτε στο FT Magazine.


24 Ιουνίου 2011
Χαρακώματα του Andrew Jack, ανταποκριτή των Financial Times για φαρμακευτικά θέματα.
Η Emily Shuckburgh περνά πολύ χρόνο τυλιγμένη σε βαριά ρούχα για το κρύο στην άλλη άκρη του κόσμου, μετρώντας ατμοσφαιρικούς στροβίλους και ωκεάνιες δίνες για το British Antarctic Survey. Όμως τους τελευταίους μήνες έχει σηκώσει τα μανίκια και ταξιδεύει σ' όλη τη Βρετανία αντιμετωπίζοντας τον δημόσιο πυρετό γύρω από την κλιματική αλλαγή.

Έχοντας υποστήριξη από το Living With Environmental Change, μια σύμπραξη υπουργείων και χρηματοδοτών, έχει δουλέψει με μια σειρά focus groups για να διερευνήσει τις απόψεις του κόσμου για το πώς καλύπτουν τα μέσα την επιστήμη. Υποστηρίζει προγράμματα σαν το oldweather.org, που είναι μια προσπάθεια να συμμετέχει άμεσα το κοινό στην ανάλυση των ιστορικών δεδομένων για τη θερμοκρασία της θάλασσας. Αποσπασμένη στο Υπουργείο Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, ανεβάζει βίντεο στοYouTube και συνομιλεί με 'σκεπτικιστές' μέσα από blogs.

«Σαφέστατα έχει υπονομευθεί η εμπιστοσύνη μεταξύ επιστημόνων και κοινού, και είναι σημαντικό να προσπαθήσουμε να αρθρώσουμε με περισσότερη σαφήνεια τον τρόπο που δουλεύουμε», λέει. «Έχω δουλέψει πολύ για να βρω τρόπους επικοινωνίας των ευρημάτων μας. Μεγάλο μέρος της κλιματολογίας είναι δύσκολο και καθόλου αυτονόητο. Πρέπει στ' αλήθεια να προσπαθούμε περισσότερο να εξηγήσουμε τη δουλειά μας και να την κάνουμε κατανοητή και επίκαιρη.»

Η Shuckburgh είναι στην πρωτοπορία μιας νέας γενιάς που αντιμάχεται όσους απορρίπτουν την καθιερωμένη επιστήμη ασκώντας ενεργητικά κριτική σε τομείς από τα γενετικά τροποποιημένα τρόφιμα και την πυρηνική ενέργεια μέχρι τους εμβολιασμούς και τις δοκιμές σε ζώα. Το όπλο εκλογής τους είναι το διαδίκτυο. Και οι δύο πλευρές χρησιμοποιούν ιστότοπους, ηλεκτρονικά μηνύματα και Twitter για να πληροφορήσουν και να ενώσουν τα μεμονωμένα άτομα. Οι τακτικές που εφαρμόζουν οι «σκεπτικιστές» κυμαίνονται από την απαίτηση προς τους κλιματολόγους για ολοκληρωτική Ελευθερία Πληροφόρησης μέχρι οικονομικά ασφυκτικές και συκοφαντικές αγωγές εναντίον όσων κατακρίνουν την εναλλακτική ιατρική.

Δεν έχει υπάρξει πιο έντονος καυγάς από αυτόν για την υπερθέρμανση του πλανήτη, όπου τροφοδοτείται η καχυποψία του κοινού εξαιτίας υποτιθέμενων χειρισμών των ιστορικών καταγραφών θερμοκρασίας, που βρέθηκαν σε e-mails του Πανεπιστημίου της Ανατολικής Αγγλίας, που είχαν διαρρεύσει ("Climategate"), ενώ αμφισβητείται η αξιοπιστία των προβλέψεων στις αναφορές του IPCC (Διακυβερνητικό Πάνελ για την Κλιματική Αλλαγή). Είναι μια δημόσια συζήτηση, όπου η λέξη «σκεπτικιστής» αποτελεί πια μέρος της μάχης, καθώς την έχουν υιοθετήσει όσοι αμφισβητούν την υπερθέρμανση του πλανήτη.

«Ο σκεπτικισμός είναι σημαντικότατο μέρος της επιστήμης και είναι κρίμα που τον έχουν οικειοποιηθεί», λέει η Shuckburgh. «Αυτό προκαλεί μεγάλη σύγχυση. Πρόοδος θα ήταν να επανακτήσουμε αυτή τη λέξη εμείς.» Θα μπορούσε να ποζάρει σε αφίσα, που θα διαφήμιζε τα ευρήματα της αναφοράς τού Sir Muir Russell για την υπόθεση Climategate, όπου απορρίφθηκε κάθε υποψία για την επιμέλεια και την εντιμότητα των ερευνητών. Αντιθέτως, γινόταν έκκληση γενικά προς τους επιστήμονες να γίνουν περισσότερο ανοιχτοί ως προς τον τρόπο που κάνουν τις έρευνες, να διαθέτουν τα αποτελέσματα και τα μοντέλα τους σε άλλες ομάδες που ενδιαφέρονται, και να απαντούν σε κριτικές στην μπλογκόσφαιρα.

Πολλοί πιστεύουν πως πρέπει να γίνουν πολύ περισσότερα. Γράφοντας σ' ένα μπλογκ για τον σκεπτικισμό στο New Scientist τον Φεβρουάριο, ο Sir John Beddington, πρώτος επιστημονικός σύμβουλος της κυβέρνησης της Μ. Βρετανίας, προειδοποιούσε: «Πρέπει επιτέλους η επιστημονική κοινότητα να δρα προληπτικά για την προκλητική κατάχρηση των επιστημονικών στοιχείων. Πρέπει να καταστήσουμε τα στοιχεία μας, όπως και τις αβεβαιότητές μας, προσβάσιμα και εξηγήσιμα. Μέσα σ' ένα κόσμο πλανητικής επικοινωνίας, δεν μπορούμε πια να μιλάμε μόνο μεταξύ μας.»

Ο Bob Ward, διευθυντής πολιτικής και επικοινωνίας στο Ερευνητικό Ινστιτούτο Grantham για την Κλιματική Αλλαγή και το Περιβάλλον, του London School of Economics, επιχειρηματολογεί: «Το κεντρικό πρόβλημα δεν ήταν τόσο το τι δέχονται οι άνθρωποι για την επιστήμη, όσο το αν εμπιστεύονται τους ερευνητές... Οι επιστήμονες δεν είναι καλοί στο να πλαισιώνουν άγνωστα δεδομένα με τρόπο που να κάνουν νόημα ώστε η πολιτεία να παίρνει ανάλογες αποφάσεις. Πάρα πολύ συχνά, όταν προσπαθείς να φέρεις τα ερευνητικά δεδομένα σου στα πολιτειακά όργανα πολιτικής, η αβεβαιότητα μπορεί να χρησιμοποιείται σαν δικαιολογία για αδράνεια. Μερικοί υποβαθμίζουν τις αβεβαιότητες όχι γιατί προσπαθούν να σου ρίξουν στάχτη στα μάτια, αλλά γιατί φοβούνται πως αυτές θα μεγαλοποιηθούν από όσους έχουν συμφέρον να αντισταθούν σε τυχόν αλλαγές πολιτικής. Πρέπει να γίνουμε καλύτεροι στο να εξηγούμε τις αβεβαιότητες.»
(. . .)

Στο ξενοδοχείο Grange του Λονδίνου, στη σκιά του καθεδρικού ναού του Αγίου Παύλου, νωρίτερα αυτό το μήνα ο Bill Gates, ο δισεκατομμυριούχος συνιδρυτής της Microsoft, διάβαζε τον υπολογιστή του καθώς μοιραζόταν μια κοινή πλατφόρμα με μια ντουζίνα υπουργών υγείας και ανάπτυξης. Μόλις είχε ολοκληρωθεί μια συνάντηση, που είχε σαν αποτέλεσμα 3,4 δις δολάρια πρόσθετων δωρεών για την Διεθνή Συμμαχία Εμβολίων και Ανοσοποίησης, που σχεδίαζε να διανείμει εμβόλια στα παιδιά των φτωχότερων χωρών του κόσμου.

Έξω από το κτήριο είχε μαζευτεί μια ομάδα διαδηλωτών για να διαμαρτυρηθούν για την ασφάλεια των εμβολίων, αποτέλεσμα των ψευδών ισχυρισμών που είχε κάνει πρώτη φορά το 1998 ο Dr Andrew Wakefield συνδέοντας τον αυτισμό και το εμβόλιο κατά της ιλαράς-ερυθράς-παρωτίτιδας, πράγμα που πυροδότησε μια πτώση της ανοσοποίησης παιδιών από γονείς που ανησύχησαν στην Αγγλία και στην Αμερική. Μέσα, όταν ένας δημοσιογράφος ανέφερε το θέμα, ο Gates απέρριψε ευγενικά αλλά κοφτά αυτές τις ανησυχίες λέγοντας: «Δεν ξέρω αν υπάρχει άλλο ιατρικό θέμα που να έχει μελετηθεί τόσο πολύ.»

Τον Φεβρουάριο, στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός, είχε απαντήσει ακόμη πιο ξερά όταν του ζητήθηκε ένα σχόλιο πάνω στη σύνδεση αυτισμού και εμβολίων. «Είναι απολύτως ψευδές και έχει σκοτώσει χιλιάδες παιδιά. Επειδή οι μητέρες άκουσαν αυτό το ψέμα, και πολλές δεν εμβολίασαν τα παιδιά τους είτε κατά του κοκκύτη είτε κατά της παρωτίτιδας, τα παιδιά τους σήμερα δεν ζουν. Γι' αυτό και όσοι παίρνουν μέρος σ' αυτές τις προσπάθειες κατά των εμβολίων, ξέρετε, στην ουσία σκοτώνουν παιδιά.»

Από όλες τις σύγχρονες πολεμικές που εμπλέκουν σήμερα επιστήμονες, οι αμφιβολίες για την ασφάλεια των εμβολίων είναι αυτές που επιφέρουν την μεγαλύτερη βραχυπρόθεσμη απειλή για την ανθρώπινη ζωή. Η πτώση της χορήγησης MMR στη Μ. Βρετανία μετά από τους ισχυρισμούς τού Wakefield προκάλεσε μια άνοδο των λοιμώξεων, ξέχωρα από τις τρέχουσες εξάρσεις σε Ευρώπη, ΗΠΑ και Αφρική, που μπορούν να είναι θανατηφόρες ή να προκαλέσουν στείρωση. Κι επειδή είναι τόσο πολλοί οι άνθρωποι που αντιμετωπίζουν το δίλημμα για τον εμβολιασμό των παιδιών τους, και οι συνέπειες τόσο σοβαρές, η ρητορεία έχει μεγάλη ένταση.

«Τα σχόλια του Gates τα αντιλαμβανόμαστε σαν ομιλία μίσους», λέει η Mary Hooper, δικηγόρος που βοήθησε να οργανωθεί μια διαμαρτυρία έξω από τα γραφεία της Microsoft στη Νέα Υόρκη. Έχοντας περάσει την παιδική της ηλικία στη Σοβιετική Ένωση, παραλληλίζει το λόμπι των εμβολίων με τον ολοκληρωτισμό. «Υπάρχει μια πολύ άκαμπτη κομματική γραμμή και τέσσερα ολιγοπώλια κατασκευαστών εμβολίων», λέει. «Αν αποστείς, σε βαφτίζουν αιρετικό. Υπάρχει μεγάλη αυτο-λογοκρισία.»

Πολλά επιχειρήματά της βασίζονται όχι στο συντριπτικό επιστημονικό οπλοστάσιο, το οποίο απορρίπτει τη σύνδεση με τον αυτισμό, αλλά σ' ένα μικρότερο αριθμό μελετών που διαφωνούν, καθώς και σε περιπτώσεις αποζημιώσεων στις ΗΠΑ προς γονείς που τα παιδιά τους είχαν παρενέργειες και οι δικαστές υπέθεσαν πως θα μπορούσαν να έχουν προκύψει από τον εμβολιασμό. «Η επιστήμη είναι άστατη», λέει. Φέτος ήταν συν-επιμελήτρια σε ένα βιβλίο, όπου χαρακτηρίζει την συζήτηση σαν διαμάχη μεταξύ δύο στρατοπέδων (υπέρ και κατά των εμβολίων) και βαφτίζει κάποιους επιστήμονες σαν «αρνητές της βλάβης από τα εμβόλια».

Παρόμοιες απόψεις εξακολουθούν να βρίσκουν απήχηση στα μέσα ενημέρωσης. O Sir Colin Blakemore, καθηγητής νευροεπιστήμης στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, λέει: «Ο σεβασμός προς την αυθεντία της επιστήμης αυξάνεται, όπως και η κατανόησης της επιστημονικής μεθοδολογίας και των περιορισμών της. Η αντιπολίτευση ακούγεται πιο δυνατά εξαιτίας του διαδικτύου, αλλά δεν πιστεύω πως η επιρροή της είναι μεγαλύτερη.» Επιμένει πως ήταν τα καθιερωμένα μέσα που τροφοδότησαν τις ανησυχίες για τον αυτισμό και πως εν μέρει έφταιξαν οι «ισορροπίες» που κρατούσαν. «Το κοινό είναι ικανό να παίρνει τις αποφάσεις του, όταν τα δεδομένα παρουσιάζονται με έντιμο τρόπο. Αυτή την πίεση πρέπει να ασκούμε στα εθνικά μέσα.»

Το θέμα είναι πώς οι καλύτεροι επιστήμονες θα δουλέψουν με τα μέσα. Ο καθηγητής Paul Offit, διευθυντής του Τμήματος Λοιμώξεων στο Νοσοκομείο Παίδων της Φιλαδέλφειας, λέει: «Είναι καθήκον μας να εξηγούμε τη σημασία των εμβολιασμών. Αλλά όταν ειδικεύεσαι δεν σε εκπαιδεύουν ποτέ πώς να δουλεύεις με τα μέσα. Τα μέσα είναι υποχρεωμένα να συμπιέζουν κάθε θέμα σε σύντομη πληροφορία. Στην πολιτική λες ψέματα, είσαι κακός, επιτίθεσαι στον άλλον και κερδίζεις ό,τι μπορείς. Εγώ έχω σκληραγωγηθεί πια, αλλά οι επιστήμονες σίγουρα δεν έχουν τέτοια εκπαίδευση. Επιλέξαμε αυτό το ευγενές επάγγελμα και ξοδέψαμε 10 χρόνια σ' ένα δωμάτιο χωρίς παράθυρα εμβολιάζοντας ποντίκια.»

Είναι ακούραστος συνήγορος, με συχνές εμφανίσεις στα μέσα, κι έγραψε ένα βιβλίο, τις «Θανατερές επιλογές», που επιτίθεται στο κίνημα κατά τον εμβολίων. Βρίσκει λόγους για αισιοδοξία, αναφέροντας μια σειρά πρόσφατων νομοθετημάτων στις ΗΠΑ, που ανατρέπουν τις εξαιρέσεις λόγω «προσωπικών πεποιθήσεων», που επέτρεπαν στους γονείς να αποφεύγουν τους υποχρεωτικούς εμβολιασμούς των παιδιών τους στα σχολεία. Μας δείχνει όμως και μια πολύ πρακτική αιτία γι' αυτή την αλλαγή, πιο εμφανή στο θέμα των εμβολιασμών απ' ότι σε άλλες αντιπαραθέσεις. «Το εκκρεμές επιστρέφει. Αιτία είναι οι επιδημίες. Το 2010 είχαμε τη μεγαλύτερη έξαρση κοκκύτη στην Καλιφόρνια από το 1947.»

Ο David Salisbury, προϊστάμενος Ανοσοποίησης του Υπουργείου Υγείας της Μ. Βρετανίας, αισιοδοξεί κι αυτός ότι κερδίζεται η αντιπαράθεση για τα εμβόλια, και τονίζει: «Είναι πολύ πιο σύνθετο απ' ότι απλώς μια στάση υπέρ ή κατά. Αφορά τις προσωπικές αντιλήψεις.» Αναφέρει όχι μόνο μια ανάκαμψη των βασικών εμβολιασμών, αλλά και μετρήσεις κοινής γνώμης, όπου οι μητέρες ρωτήθηκαν αν εμβολιάζουν τα παιδιά τους σαν κάτι αυτονόητο ή αν το βασανίζουν μέχρι να πάρουν την απόφαση. Πριν από μια δεκαετία, μόνο οι μισές τα εμβολίαζαν ασυζητητί. Τώρα τα τρία τέταρτα δεν έχουν δισταγμούς. «Μάθαμε να δουλεύουμε πάνω στο θέμα, αλλά με τακτ», λέει. «Δεν πρέπει να αντιπαραβάλλεις μια απειλή με μια άλλη, αντισταθμίζοντας τον φόβο για τις συνέπειες του εμβολίου λέγοντας ότι και οι μαγουλάδες μπορεί να έχουν πολύ σοβαρές συνέπειες. Οι γονείς θέλουν περισσότερες πληροφορίες για τις παρενέργειες.»

Κι ενώ οι αξιωματούχοι αντέδρασαν αργοπορημένα στον φόβο για το MMR μετά τον Wakefield, ο Salisbury λέει πως σήμερα ασχολούνται πολύ πιο ενεργητικά και μετά λόγου γνώσης. αναφέρει τον πρόσφατο εμβολιασμό κατά του HPV στη Μ. Βρετανία, για να προστατέψουν τα κορίτσια από τον καρκίνο του τραχήλου της μήτρας, όπου χρησιμοποιήθηκαν τα κοινωνικά μέσα, όπως chatrooms. Τονίζει ότι, όταν ένα κορίτσι πέθανε λίγο μετά τον εμβολιασμό, το Υπουργείο απείχε από κάθε σχόλιο μέχρι να επαληθεύσει ότι αυτό προκλήθηκε από άσχετο αίτιο, και τότε μίλησε. Η μάχη όμως δεν θα κερδηθεί σύντομα. Όταν η πανδημία γρίπης εξαπλώθηκε στον πλανήτη πριν από δυο χρόνια, οι απελπισμένες προσπάθειες να βρεθούν αρκετές ποσότητες εμβολίων αντικαταστάθηκε από τις ανησυχίες για την αποχή από τον εμβολιασμό. Μόνο το 40% των υγειονομικών πρώτης γραμμής εμβολιάστηκαν, παρά τους κινδύνους να πάθουν λοίμωξη. Μερικές δημοσκοπήσεις ανέφεραν πως αιτία ήταν η καχυποψία και ο φόβος παρενεργειών.
(...)

Όταν ο καθηγητής David Jentsch, ιατρικός ερευνητής στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Λος Άντζελες, άνοιξε ένα γράμμα τον Οκτώβριο, από το φάκελο έπεσαν δυο ξυραφάκια και μια απειλή όταν θα τον σκοτώσουν. Ήταν η τελευταία κανονιά μιας καμπάνιας εκφοβισμού, που άρχισε το 2006 με μια βομβιστική απόπειρα κατά ενός συναδέλφου του. Κλιμακώθηκε με μια έκρηξη που κατέστρεψε το αμάξι του το 2009. Αντί όμως να παραιτηθεί, ξεκίνησε μια εκστρατεία για την ανάγκη των δοκιμών σε ζώα στις ιατρικές έρευνες.

«Δεν ανατίναξαν το αμάξι μου για να φοβίσουν εμένα, αλλά για να φοβίσουν τους πάντες», λέει. «Όταν κάθεσαι στο γραφείο σου, πρέπει να βρεθεί κάποιο πολύ μεγάλο κίνητρο για να σε αποσπάσει από τον υπολογιστή σου, κι αν ψάχνεις μια δικαιολογία που δεν έχεις τέτοιο κίνητρο, θα στην δώσει η απειλή. Όμως εξισορροπώ την απειλή με τη δράση μου. Με εξώθησε σε δράσεις, που έπρεπε να κάνουμε ούτως ή άλλως.»

Μια φορά το μήνα, μια ντουζίνα διαδηλωτές συγκεντρώνονται έξω από το σπίτι του, φωνάζοντας ασχήμιες, ενοχλώντας τους γείτονες και κρατώντας φωτογραφίες πειραμάτων που, όπως λέει, δεν έχουν καμιά σχέση με τη δουλειά του ή το εργαστήριό του. ΟJentsch οργάνωσε και μια αντίπαλη ομάδα, όπου 40 επιστήμονες πρόσφατα εκδήλωσαν αλληλεγγύη αποκλείοντας την είσοδο του σπιτιού του και κάνοντας γιορτή. Εντείνει επίσης διάφορες συναντήσεις στις ΗΠΑ για να εδραιώσει δεσμούς με χρηματοδότες, επιστημονικούς οργανισμούς και παρόχους φροντίδας σε ζώα, καθώς και για να πείσει άλλους ερευνητές να αντικρούουν τις καταγγελίες των ομάδων για τα δικαιώματα των ζώων. «Η μεγάλη πλειονότητα των ακτιβιστών για τα δικαιώματα δεν θέλουν κανένα επιχείρημα και δεν πρόκειται να υποχωρήσουν. Επιτυγχάνουν όταν εμποδίζουν την έκφραση επιχειρημάτων.»

Η οργάνωσή του καλείται Pro-Test for Science και την εμπνεύστηκε από μια ανάλογη βρετανική ομάδα Pro-Test, που αρχικά ιδρύθηκε από την Laurie Pycroft, μια έφηβη που είχε απογοητευθεί από τους διαδηλωτές που ήταν αντίθετοι με την ανέγερση ενός νέου εργαστηρίου ζώων στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Η διαφορά είναι ότι η οργάνωση του Jentsch κυριαρχείται από επιστήμονες που μιλούν για τη δουλειά τους.

Μια τέτοια αντίδραση θα ήταν αδιανόητη πριν από λίγα χρόνια. Στη Μ. Βρετανία ο εξτρεμισμός για τα δικαιώματα των ζώων υποχώρησε μετά από τις ενέργειες υποστήριξης που αργοπορημένα ανέλαβαν οι φαρμακευτικές εταιρείες και οι πανεπιστημιακοί και οδήγησαν σε ασφαλιστικά μέτρα και ποινικές διώξεις. Στις ΗΠΑ, όπως λέει ο Jentsch, μια παρόμοια αντιμετώπιση προσκρούει στην πολύπλοκη νομοθεσία και στην ισχυρή συνταγματική προστασία της ελευθερίας λόγου. Εξάλλου οι διώξεις σε μεγάλο βαθμό δεν πέτυχαν νομικά. Πιστεύει όμως ότι η υποστήριξη των επιστημόνων, όπως ο ίδιος, έχει ήδη σημαντικό αποτέλεσμα.

«Δεν μπορώ να το αποδείξω, αλλά μετά από μια περίοδο τριών ετών κλιμακούμενης βίας, δεν έχει υπάρξει ούτε μία βίαιη αντίδραση. Δεν νομίζω πως είναι σύμπτωση», λέει.

«Το να είσαι επιστήμονας δεν τελειώνει στην συγγραφή ενός άρθρου», προσθέτει ο Jentsch. «Είναι σημαντικό να δείξουμε στους εκπαιδευόμενούς μας ότι αυτό σημαίνει να διδάσκεις και να επικοινωνείς την έρευνα. Θέλω να το κάνουμε όλο και περισσότερο κομμάτι της δουλειάς μας... Είναι πραγματισμός, αλλά είναι και το σωστό πράγμα.»
(...)

Παρ' όλη την ρητορεία, υπάρχουν σημάδια πως παραμένει ισχυρή η εμπιστοσύνη προς την επιστήμη και ίσως μάλιστα να ενδυναμώνεται, ενώ η ένταση της πολεμικής στα μέσα και στα δίκτυα επηρεάζει λιγότερο απ' όσο πιστεύεται. Η τελευταία μιας σειράς δημοσκοπήσεων της Ipsos-Mori δείχνει ότι το 83% της κοινής γνώμης εμπιστεύεται «πολύ» ή «αρκετά» τους πανεπιστημιακούς ερευνητές, αν και το 70% σκέφτεται πως «υπάρχει πολύ αντιφατική πληροφόρηση, ώστε είναι δύσκολο να αποφασίσεις τι να πιστέψεις», και μόλις 43% πιστεύουν ότι έχουν καλή πληροφόρηση για την επιστήμη.

Ο καθηγητής Mark Maslin, πρόεδρος του Τμήματος Γεωγραφίας στο University College London, λέει: «Το Climategate δεν έκανε καμιά σοβαρή ζημιά στην κλιματολογία. Πολλοί δεν έχουν αντιληφθεί πόση πολιτική για την κλιματική αλλαγή έχει ήδη ενσωματωθεί στο βρετανικό σύστημα, είτε σε οικοδομικούς κανονισμούς, είτε στη διαχείριση αποβλήτων, είτε στα συστήματα ενέργειας. Ενώ οι σκεπτικιστές λένε διάφορα για την κλιματική αλλαγή, στην Ευρώπη ήδη υπάρχει ένα σύστημα εμπορίας άνθρακα αξίας πολλών δις ευρώ, το οποίο σύντομα θα αφορά το 55% των παγκόσμιων εκπομπών από αεροσκάφη.»

Κι αυτός όμως υποστηρίζει πως χρειάζεται μεγαλύτερη συμμετοχή του κοινού, τονίζοντας ότι «δεν είναι όλοι οι λαμπροί επιστήμονες λαμπροί στην επικοινωνία» και πως δημιουργούνται προβλήματα όταν κάποιοι επιστήμονες μιλούν για θέματα έξω από την εξειδίκευσή τους. Ο Maslin ωστόσο πιστεύει πως η επιστήμη πρέπει να ενώσει ερευνητές και επαγγελματίες διαφορετικών πεδίων (όπως η κοινωνικές επιστήμες και η νομική) και να ενθαρρύνει πολύ εντονότερη δράση εκείνων που είναι «στην πρώτη γραμμή». Αναφέρει ένα πρόσφατο συνέδριο για την αύξηση του πληθυσμού με πολλούς ομιλητές από τον αναπτυσσόμενο κόσμο, όπου υπήρξε και η παρουσίαση μιας μελέτης για την επίδραση της ξηρασίας στον Αμαζόνιο το 2010, που έκανε γνωστούς τους ερευνητές από τη Βραζιλία. «Αυτό προσδίδει μια νομιμοποίηση περισσότερη από έναν λευκό μεσήλικο επιστήμονα.»

Ο Andy Stirling από το Πανεπιστήμιο του Sussex συμβουλεύει να είμαστε προσεκτικοί με τις πρόσφατες εκκλήσεις προς τους επιστήμονες να μη δείχνουν ανοχή στη διαφωνία, τονίζοντας ότι διαφωνία υπήρχε πάντα: «Οι εκκλήσεις για μη ανοχή στον σκεπτικισμό είναι αντιεπιστημονική. Αναμφίβολα υπάρχουν φαινόμενα παράλογης απόρριψης της επιστήμης. Αλλά μερικές φορές υπάρχει μια αλαζονική απόρριψη σε επιστημονικά πεδία όπου υπάρχει πολλή αβεβαιότητα. Πρέπει να μάθουμε να συζητάμε ώριμα.»

Το πρόβλημα είναι ότι πολλοί επιστήμονες είναι ακόμα ανεπαρκώς εκπαιδευμένοι, ή ακατάλληλοι, ή χωρίς επιβράβευση όταν μιλάνε δημόσια και αποτελεσματικά. Αλλά όλο και περισσότεροι φαίνονται όλο και πιο πρόθυμοι να αντικρούσουν την αστήρικτη κριτική, όχι μόνο στα εργαστήριά τους, αλλά και στα καθιερωμένα μέσα και στα δικτυακά μέσα, καθώς επιδιώκουν να κερδίσουν όχι μόνο τους συναδέλφους τους αλλά και την κοινή γνώμη.