01.03.2011
Τί είναι το υπερκινητικό παιδί;

Το περίφημο σύνδρομο του υπερκινητικού παιδιού είναι μια αναπτυξιακή ιδιαιτερότητα, που μπορεί να επηρεάζει άμεσα τη μάθηση. Ένα ποσοστό 5-7% των αγοριών και 3% των κοριτσιών παρουσιάζουν απροσεξία με ή δίχως εμφανή υπερκινητικότητα. Μπορούμε να θεωρήσουμε ότι αυτή η κατάσταση αποτελεί και μαθησιακή δυσκολία (όχι βεβαίως Ειδική), καθώς είναι ευκολονόητο πως ένα παιδί που δεν συγκεντρώνεται έχει κατά κανόνα πεσμένη σχολική επίδοση.

Στην Ελλάδα οι ειδικοί κάνουμε λόγο για Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής - Υπερκινητικότητας (ΔΕΠ-Υ). Αυτό σημαίνει ότι το παιδί παρουσιάζει τρία γνωρίσματα: απροσεξία, υπερδραστηριότητα και παρορμητικότητα, αλλά σε βαθμό που δεν τα καταφέρνει καθόλου καλά στο παιχνίδι, στο σχολείο, στη μάθηση, στη διαγωγή. Ας τα περιγράψουμε εν συντομία.

Το πιο ενδιαφέρον γνώρισμα των παιδιών αυτών είναι η παρορμητικότητα: είναι παιδιά βιαστικά, ανυπόμονα, έχουν ξαφνικούς και έντονους θυμούς (που ξεθυμαίνουν πολύ γρήγορα), παιδιά που πετάγονται στην τάξη, δυσκολεύονται να κάνουν ησυχία, θέλουν να παίζουν όλη την ώρα, απαντούν χωρίς πολλή σκέψη (πολλές φορές χωρίς να έχουν καταλάβει καλά την ερώτηση), παίρνουν βιαστικές αποφάσεις και κάνουν επιπόλαιες επιλογές, δυσκολεύονται να ακολουθήσουν κανόνες συμπεριφοράς ή παιχνιδιού, να φυλάγονται από κινδύνους, να κρατάνε πρόγραμμα. Δεν έχουν υπομονή να κάθονται σ\' ένα μέρος, δεν μπορούν να είναι συγκεντρωμένα για πάνω από λίγα λεπτά (ή και δευτερόλεπτα). Η κοινωνική τους συμπεριφορά συχνά δείχνει μια εικόνα «αλλού γι\' αλλού».

Απροσεξία σημαίνει πως είναι πολύ συχνά αφηρημένα, δεν ακούν το όνομά τους όταν τα φωνάζουν, κάνουν ορθογραφικά λάθη ενώ γνωρίζουν τους κανόνες, ξεχνούν τα πράγματά τους, δεν θυμούνται πολύ καλά τι έγινε ή τι ειπώθηκε πριν από λίγο, ονειροπολούν τη στιγμή που θα έπρεπε να προσέχουν κάτι άλλο. Πράγματα που ακούνε ή βλέπουν ή θυμούνται, τα κάνουν να αποσπώνται από τη μελέτη ή από το παιχνίδι και να στρέφουν την προσοχή τους αλλού.

Η υπερδραστηριότητα είναι αυτό που κάνει τα παιδιά να έχουν την υπερκινητική εικόνα. Δεν κουράζονται να παίζουν και να τρέχουν, οι κινήσεις τους είναι γρήγορες και άτσαλες, κάνουν ζημιές κατά λάθος, έχουν μεγάλη περιέργεια και ψάχνουν το χώρο ή πειράζουν τα πράγματα που βλέπουν. Μπορεί να σκαρφαλώνουν σε επικίνδυνα μέρη, δεν έχουν επαρκή αίσθηση κινδύνου. Είναι εύθυμα, φλύαρα, κατά κάποιον τρόπο ανώριμα («πολύ παιδιά»), μετανοιώνουν για τα λάθη τους, αλλά τα επαναλαμβάνουν, γιατί η παρορμητικότητά τους τα κάνει να ενεργούν προτού σκεφθούν.

Πολύ σημαντική πλευρά της τριάδας «παρορμητικότητα-απροσεξία-υπερδραστηριότητα» είναι η συνεχής αλλαγή τής εστίας τής προσοχής: το παιδί αλλάζει συνεχώς αυτό που προσέχει, αυτό που σκέφτεται, το μυαλό του δεν μένει για αρκετή ώρα στο ίδιο θέμα. Αυτή η ιδιαιτερότητα δεν επιτρέπει στο παιδί να επεξεργαστεί και να οργανώσει τις εμπειρίες του, με αποτέλεσμα να μη διδάσκεται από τα λάθη του.

Αυτός είναι ο λόγος που παρατηρούμε αυτά τα παιδιά να επαναλαμβάνουν τα ίδια λάθη στη συμπεριφορά τους. Το ίδιο μπορεί να συμβαίνει και με αρκετές από τις γνώσεις τους. Από την άλλη όμως, οι γονείς συχνά μπερδεύονται από ένα άλλο χαρακτηριστικό του παιδιού: όταν του αρέσει ή το ενδιαφέρει κάτι πάρα πολύ, προσηλώνεται τόσο που δεν ακούει το όνομά του ή ό,τι άλλο συμβαίνει στο περιβάλλον, σαν να έχει «κατεβάσει εντελώς διακόπτες» - είναι δηλαδή υπερσυγκεντρωμένο έτσι που δεν ακούει «ούτε βόμβα να σκάει κοντά\».

Αιτία για όλη αυτή τη σύνθετη εικόνα είναι ο γενετικός προγραμματισμός του παιδιού. Σχεδόν πάντα υπάρχουν και άλλοι συγγενείς στο σόι που έχουν ιστορικό «πολύ ζωηρού παιδιού» ή «είναι αφηρημένοι» ή «ανοργάνωτοι, χύμα». Αυτός ο γενετικός προγραμματισμός κάνει τις λεγόμενες «επιτελικές λειτουργίες» του εγκεφάλου να ωριμάζουν αργά, περίπου 10 χρόνια αργότερα από το αναμενόμενο. Έτσι, ενώ όλοι περιμένουν ότι ένα παιδί 4 ετών θα συμμορφώνεται αρκετά εύκολα και θα είναι αρκετά προσεκτικό, στα υπερκινητικά ή απρόσεκτα παιδιά βλέπουμε πως η συμπεριφορά τους δεν «ωριμάζει», πρέπει ακόμη να τα κυνηγάμε γιατί «δεν ακούνε». Αυτό μπορεί να συνεχιστεί λίγο ως πολύ μέχρι την προχωρημένη εφηβεία. Σε ηλικία Λυκείου τα περισσότερα από αυτά τα παιδιά έχουν πια αλλάξει πολύ, τα χαρακτηριστικά της απροσεξίας και της υπερδραστηριότητας δεν είναι πια το ίδιο έντονα. Αυτό οφείλεται στη θετική επίδραση που έχουν οι ορμονικές αλλαγές στην ωρίμανση των εγκεφαλικών λειτουργιών. Η τελειωτική τους όμως ωρίμανση επέρχεται κοντά στην ηλικία των 30.

Οι επιτελικές (ή κατ\' άλλους εκτελεστικές) λειτουργίες του εγκεφάλου μάς επιτρέπουν να σκεφτούμε προτού πράξουμε κάτι. Η απροσεξία/υπερκινητικότητα δεν δίνει αυτόν το χρόνο στα παιδιά, γι\' αυτό κάνουν τόσες λαθεμένες κινήσεις ή πράξεις. Επίσης, οι λειτουργίες αυτές μας επιτρέπουν να βάλουμε σε τάξη, να οργανώσουμε τις δουλειές μας και τις γνώσεις μας. Επειδή αυτό δεν μπορούν να το κάνουν τα απρόσεκτα/υπερκινητικά παιδιά όσο πρέπει, οι γνώσεις τους είναι «χύμα», δίνουν τυχαίες απαντήσεις, γράφουν μέτρια ως κακά τεστ. Τέλος, οι επιτελικές λειτουργίες μάς επιτρέπουν να «κατεβάζουμε διακόπτες» όποτε θέλουμε να συγκεντρωθούμε, φιλτράροντας τα ερεθίσματα του περιβάλλοντος (τι συμβαίνει γύρω), κρατώντας ορισμένους διαύλους ανοιχτούς όταν αυτό είναι χρήσιμο ή απαραίτητο.

Τέλος, οι εκτελεστικές λειτουργίες αξιολογούν και ιεραρχούν τις πληροφορίες (λ.χ. τι ακριβώς εννοεί μια ερώτηση σ\' ένα τεστ ή τι πρέπει να θυμάμαι αύριο από την ιστορία στο σχολείο). Αντίθετα, τα παιδιά αυτά την ώρα της μελέτης σκέφτονται κι άλλα πράγματα, με αποτέλεσμα να ξεχνιούνται, και δίνουν σημασία σε ήχους που ακούγονται (κουδούνια, φωνές, τηλεόραση, θόρυβοι από το δρόμο) με αποτέλεσμα να αποσπώνται από τη δουλειά τους, ενώ όταν παίζουν στον υπολογιστή ή βλέπουν περιπέτειες στην τηλεόραση, δεν κρατούν κανένα δίαυλο ανοιχτό και μοιάζουν υπερβολικά απορροφημένα.

Δυστυχώς, όπως είναι λογικό, η συμπεριφορά των παιδιών με αυτές τις ιδιαιτερότητες αναγκάζει τους γονείς να αντιδρούν άσχημα επειδή κουράζονται μαζί τους. Έτσι, είναι πολύ μαλωμένα και αυτό τα κάνει να νιώθουν ενοχές και να είναι πεπεισμένα πως δεν μπορούν να διορθωθούν και να ευχαριστήσουν τους γονείς τους ή τους δασκάλους τους. Επίσης γνωρίζουν πως δεν παίζουν φρόνιμα και γι\' αυτό τα άλλα παιδιά τα αποφεύγουν, δεν τα θέλουν στο παιχνίδι τους. Το αποτέλεσμα είναι να έχουν εύκολα ξεσπάσματα θυμού και να γίνονται ανυπάκουα με αντιδραστικούς μηχανισμούς.

Παράλληλα, κατά βάθος δεν έχουν αυτοπεποίθηση, ούτε καλή αυτοεκτίμηση, γι\' αυτό είναι πρόθυμα να κάνουν παρέα με άλλα «κακά» ή ζωηρά παιδιά, με κίνδυνο να βρεθούν κοινωνικά περιθωριοποιημένα μαζί με την παρέα τους. Σε αυτή την περίπτωση υιοθετούν και προκλητικές, αναιδείς συμπεριφορές, λένε σε όλα «όχι», κάνουν το αντίθετο απ\' ό,τι τους λένε. Τότε μιλάμε για μια νέα κατάσταση, μια νέα διαταραχή συμπεριφοράς, που αποκαλείται «Εναντιωματική-Προκλητική» και θέλει ξεχωριστή αντιμετώπιση.

Η εικόνα λοιπόν και η εξέλιξη ενός υπερκινητικού παιδιού μπορούν να είναι κάθε άλλο παρά απλές. Η ιδιαιτερότητα αυτή δεν εξαντλείται σε δυσκολίες συμπεριφοράς και μάθησης, αλλά έχουν σοβαρές επιπτώσεις στον ψυχισμό και στην κοινωνική προκοπή του παιδιού. Γι\' αυτό η κατάσταση αυτή είναι αντικείμενο ενδιαφέροντος των επαγγελματικών ψυχικής υγείας του παιδιού. Οι υπερκινητικοί έφηβοι είναι πιο επιρρεπείς στις καταχρήσεις, εντάσσονται συχνότερα σε «κακές παρέες», έχουν πολλά θέματα αυτοεκτίμησης, ακόμη και κατάθλιψης, ορισμένοι εκδηλώνουν πολλές παραβατικές συμπεριφορές...

Κατά τ\' άλλα, υπάρχουν πάρα πολλά παιδιά που έχουν χαρακτηριστικά από την «τριάδα» που περιγράψαμε, αλλά σε γενικές γραμμές τα καταφέρνουν ικανοποιητικά στους περισσότερους τομείς (όπως είπαμε: παιχνίδι, μάθηση, διαγωγή, οργάνωση και πρόγραμμα). Επειδή ωστόσο δυσκολεύονται να τα κάνουν όλα αυτά τόσο καλά όσο θα θέλαμε και χρειάζονται την καθοδήγηση και την στήριξη των μεγάλων, σήμερα λέμε ότι πρόκειται για παιδιά με «εκτελεστική/επιτελική δυσλειτουργία». Λίγα από αυτά δυσκολεύονται σε μεγάλο βαθμό, ώστε να τα θεωρήσουμε ιατρικώς σαν υπερκινητικά (ότι παρουσιάζουν δηλαδή αναπτυξιακή ΔΕΠ-Υ).

Αυτό που πρέπει να γίνει κατανοητό από γονείς και εκπαιδευτικούς, είναι ότι το μάλωμα και οι παρατηρήσεις, οι τιμωρίες και οι κυρώσεις, οι φωνές και οι τσακωμοί με το παιδί, δεν μπορούν να βοηθήσουν και να διορθώσουν την κατάσταση, γιατί το παιδί, βάσει όσων εξηγήσαμε παραπάνω, δεν είναι σε θέση να ρυθμίσει τη συμπεριφορά του έτσι όπως του ζητάμε. Για τη σωστή αντιμετώπιση του παιδιού απαιτείται να κατανοήσουμε ότι η ρύθμιση της συμπεριφοράς του δεν εξαρτάται καθόλου από τη θέληση του παιδιού: όσο και να προσπαθήσει, δεν μπορεί να τα καταφέρει! Πρέπει να το υποκαταστήσουμε εμείς, καθοδηγώντας το έως και 100%.

Ενώ σε μικρή ηλικία το παιδί έχει κάθε καλή διάθεση να προσπαθήσει για να μας ευχαριστήσει (άσχετα αν δεν τα καταφέρνει), μεγαλώνοντας διατρέχει τον κίνδυνο να μην έχει μια υγιή κοινωνικοποίηση, να περιθωριοποιηθεί, να αποτύχει σχολικά όσο καλό μυαλό κι αν έχει, να περιοριστούν οι ευκαιρίες του για μόρφωση, να διαταραχθούν μόνιμα οι σχέσεις του με τ\' αδέλφια του και γενικότερα με την οικογένεια, να αποκτήσει βλαβερές ή επικίνδυνες συνήθειες και παραβατικές συμπεριφορές. Για να βοηθήσουμε την εξέλιξη του παιδιού και τη ρύθμιση της συμπεριφοράς του, πρέπει οπωσδήποτε να συνεργαστούμε με ειδικούς, τόσο για τη διάγνωση, όσο και για τη βοήθεια που χρειάζεται το παιδί στη συμπεριφορά και στη μάθηση. Ειδικότερα μάλιστα, αν το παιδί δυσκολεύεται σε βαθμό που να παρουσιάζει Διαταραχή Ελλειμματικής

Προσοχής/ Υπερκινητικότητας, πιθανότατα δεν θα εξελιχθεί καλά χωρίς την κατάλληλη φαρμακευτική βοήθεια.

Οι ανάγκες τού παιδιού μπορούν και πρέπει να αντιμετωπίζονται με πολλαπλούς τρόπους: παιδαγωγική βοήθεια προς τους γονείς, συνεργασία με το σχολείο, συμπεριφοριστικές παρεμβάσεις και ενδυνάμωση της ικανότητας του παιδιού να παρακολουθεί και να ελέγχει τον εαυτό του και τη συμπεριφορά του (τεχνικές self-monitoring και Γνωστική-Συμπεριφοριστική Θεραπεία), φαρμακευτική ενδυνάμωση της προσοχής και των μηχανισμών αυτοελέγχου τού παιδιού γενικότερα, μαθησιακή υποστήριξη, ομάδα κοινωνικών δεξιοτήτων με συνομηλίκους.