08.01.2013
Το μακελειό στο Σαντι Χουκ και το σύνδρομο Αsperger

Το 2012 έκλεισε πολύ αναπάντεχα για εμάς, την κοινότητα του αυτισμού και πολύ περισσότερο για την κοινότητα ειδικά του συνδρόμου Άσπεργκερ. Το μακελειό στο δημοτικό σχολείο Σάντι Χουκ στο Νιουτάουν (Κονέκτικατ, ΗΠΑ) λίγο πριν τις γιορτές συνοδεύτηκε από πολλαπλά σχόλια και εικασίες ως προς την προσωπικότητα και την ψυχοπαθολογία του νεαρού φονιά. Έτσι πάρα πολύς κόσμος άκουσε για πρώτη φορά στη ζωή του τον όρο «Άσπεργκερ» σε σύνδεση με ένα έγκλημα μαζικού φόνου...

Βρήκαμε πολύ ενδιαφέρον το άρθρο της Λ. Σράιβερ, όπως δημοσιεύτηκε σε αποσπάσματα στον ελληνικό τύπο με τίτλο «Ούτε ένα δάκρυ για τη Νάνσι Λάντσα;». Δημοσιεύτηκε σε επιμέλεια του Β. Γεωργ. στην «Εφημερίδα των Συντακτών», φύλλο 27/12/2012. Αναδημοσιεύουμε εδώ το μεγαλύτερο μέρος του από την εφημερίδα.

«Η Νάνσι Λάντσα είναι ένας αποδιοπομπαίος τράγος. Μια 52χρονη γυναίκα που έσφυζε από ζωή` σκοτώθηκε στο Κονέκτικατ. Ο θάνατός της θα μπορούσε να έχει αξιωθεί τουλάχιστον ένα χτύπημα καμπάνας!». Μ' αυτά τα οργισμένα λόγια τελειώνει ένα ενδιαφέρον κείμενο που δημοσίευσε στην «Γκάρντιαν» (23/12) η διάσημη συγγραφέας Λάιονελ Σράιβερ. Είναι μια θαρραλέα υπεράσπιση της μητέρας του δολοφόνου του Σάντι Χουκ, που, όπως γράφει, «σπιλώθηκε με αισχρό τρόπο, ενώ οι άλλοι 26 νεκροί είχαν τον θρήνο που δικαιούνταν».

Επρεπε να το περιμένουμε. Με μια έννοια σαν να άργησε και λίγο να αντιδράσει η Λάιονελ Σράιβερ στη σφαγή των νηπίων του δημοτικού. Η Αμερικανίδα συγγραφέας του περίφημου μυθιστορήματος «Πρέπει να μιλήσουμε για τον Κέβιν» (εκδόσεις Μεταίχμιο), που της χάρισε το 2005 το βραβείο Orange και έγινε και μια πολύ δυνατή ταινία από τη Λιν Ράμσεϊ (2011) με τους Τίλντα Σουΐντον, Εζρα Μίλερ και Τζον Σι Ράιλι, είναι ίσως η πιο ενδεδειγμένη να αναλάβει την υπεράσπιση της Νάνσι Λάντσα, μητέρας του 20χρονου Ανταμ, δράστη του μακελειού.
(...)

«Σύμφωνα με το σενάριο που αναπτύσσεται η Νάνσι Λάντσα δεν αξίζει τα δάκρυά μας», γράφει. «Όλοι, έμμεσα ή άμεσα, την ενοχοποιούμε για το μυστηριώδες καταστροφικό ξέσπασμα του Άνταμ, μόνο και μόνο επειδή διατηρούσε στο σπίτι της πέντε όπλα. Απευθυνόμενος στη συντετριμμένη από θλίψη κοινότητα του Σάντι Χουκ, ο πρόεδρος Ομπάμα διάβασε τα ονόματα των θυμάτων τού Άνταμ Λάντσα. Και τα 26. Τη μέρα που έκλεισε μία εβδομάδα από τη δεύτερη πιο φονική επίθεση σε σχολείο στην ιστορία της Αμερικής οι καμπάνες χτύπησαν σε όλη τη χώρα. Είκοσι έξι φορές.

Αλλά ακόμα κι αν παραλείψουμε την αυτοκτονία του, τα θύματα του ακατανόητου δολοφόνου ήταν 27. Το αμερικανικό εκπαιδευτικό σύστημα δεν είναι πια και τόσο χάλια, ώστε ούτε ο ίδιος ο πρόεδρος να μην ξέρει να μετρήσει. Το θύμα που διακριτικά σβήνουμε είναι ο πρώτος και χωρίς αμφιβολία ο κύριος στόχος του Άνταμ: η μητέρα του, που πυροβολήθηκε τέσσερις φορές στο κεφάλι ενώ βρισκόταν στο κρεβάτι της. Κι όμως, κανείς δεν θρήνησε γι' αυτήν τη γυναίκα. Στην κηδεία της παραβρέθηκαν ελάχιστοι συγγενείς. Ένα tweet εκφράζει απόλυτα τα αισθήματα γι' αυτήν: «RIP, αλλά φταίει».

Στη συνέχεια η Σράιβερ υπογραμμίζει τα ελάχιστα στοιχεία που υπάρχουν για τον Άνταμ. Το γεγονός πως μέχρι σήμερα καμιά σίγουρη διάγνωση για την ψυχική του υγεία δεν έχει αναφερθεί, εκτός από ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες για σύνδρομο Ασπέρτζερ, «μια ελαφριά μορφή αυτισμού, που δεν σχετίζεται με βία».

Το ότι ο 20χρονος δεν είχε στο παρελθόν εκδηλώσει προδιάθεση σε βία ή προκαλέσει έστω και το ελάχιστο επεισόδιο στο σχολείο ή αλλού. «Κανένας δεν υποστηρίζει ότι υπήρξαν προειδοποιητικά σημάδια», γράφει η Σράιβερ. «Πριν από εκείνη τη φρικτή Παρασκευή, ο Άνταμ δεν θα φαινόταν πιο επικίνδυνος από οποιονδήποτε άλλο δειλό, ήσυχο νεαρό».

Αμφισβητεί ακόμα και τις ιστορίες που θέλουν τη Νάνσι Λάντσα να παίρνει μαζί τους γιους της σε ασκήσεις σκοποβολής, ενώ τα όσα έχουν γραφτεί για τον χαρακτήρα της (μοναχική, πεισματάρα, χωρίς κοινωνικότητα), τη ζωή της (τεράστιο σπίτι, πλούσια διατροφή) και τις απόψεις της (φοβόταν την οικονομική καταστροφή και μάζευε όπλα και τρόφιμα), τα θεωρεί γελοιότητες που συχνά προέρχονται από προκατειλημμένους ανθρώπους, όπως την πρώην κουνιάδα της.

Και τα όπλα που μάζευε; Στο σημείο αυτό η Αμερικανίδα Σράιβερ (που ζει, πάντως, στο Λονδίνο) ζητάει να ξεχάσουμε για λίγο «την ευρωπαϊκή μας απέχθεια για την οπλοκατοχή» και να αναλογιστούμε ότι στις ΗΠΑ «γύρω στα 270 εκατομμύρια όπλα βρίσκονται νόμιμα σε χέρια πολιτών». «Προφανώς ένας μεγάλος αριθμός από αυτούς έχει οικογένεια, αγόρια σε ηλικία κολεγίου, που ζουν ακόμα στο σπίτι», γράφει. «Όλοι ξέρουν το ρίσκο που αντιμετωπίζουν, ότι τα όπλα τους μπορεί να χρησιμοποιηθούν με φρικτά αποτελέσματα. Τους αξίζει, όμως, να πεθάνουν; Είναι όλοι ένοχοι;»

Ένα δεν κάνει η Σράιβερ. Δεν βάζει τις φωνές στον Ομπάμα για να προχωρήσει σε μια πιο αυστηρή νομοθεσία. Μια μόνο φρασούλα έχει. «Καμία διαφωνία. Ας ξεκινήσει ο διάλογος για τον έλεγχο των όπλων». Ο δικός της στόχος ήταν άλλος. Να μας κάνει να δούμε τη Νάνσι Λάντσα κάτω από πιο δίκαιο φως. Τα κατάφερε;

Επειδή το φρικτό συμβάν στη μακρινή Αμερική επηρεάζει συναισθηματικά κι εμάς στην Ελλάδα, όπου βιώνουμε τη συνεχή έξαρση της κοινωνικής βίας με αφορμή τη γενικευμένη κρίση που ξέσπασε στην κοινωνία μας, κι επειδή έχουμε γίνει πια σοφότεροι, ούτως ώστε να ανησυχούμε για το αν είναι δυνατά παρόμοια ‘ανήκουστα' πράγματα να συμβούν και στον τόπο μας, βρήκαμε ενδιαφέρον το παρακάτω τμήμα του άρθρου-σχόλιου της Τασούλας Καραϊσκάκη με τίτλο «Το σύνδρομο Κονέκτικατ», που δημοσιεύτηκε στην κυριακάτικη Καθημερινή, φύλλο 23-12-2012.

(...) Η βία συνυφαίνει, πλέον, μαζί με τις άλλες μορφές σχέσεων, την κοινωνική πραγματικότητα, όχι μόνο ως μοχλός καταστροφής, αλλά και μικρών ή μεγάλων ανακατατάξεων. Βία και βανδαλισμοί στα πανεπιστήμια για την απομάκρυνση των αντισυμβατικών «καθεστωτικών», στα σχολεία σε βάρος των αδυνάτων, στις διαδηλώσεις, στις συνοικίες και τις λαϊκές για την εκκαθάριση αλλόφυλων. Τόσο που τελικά να ξεθωριάζει η διάκριση ανάμεσα στην ειρηνική αντίδραση και τη βία, στη νομιμότητα και την παρανομία.

Οι αιματηρές συγκρούσεις ως έκφραση της προσπάθειας για επικυριαρχία γίνονται κομμάτι της κανονικής ζωής, αναμενόμενες, άρα εν μέρει αποδεκτές από ευρέα στρώματα της κοινωνίας, χάνουν ως στοιχείο του πολιτισμού -υπό συνθήκες- την έννοια της παράλογης, απαράδεκτης, αντικοινωνικής, ζωώδους, ολέθριας συμπεριφοράς, και από εκτροπή γίνονται «πτυχή» (έστω αρνητική, καταδικαστέα) της κοινωνικής δράσης. Υπεισέρχονται σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής, εγκαθίστανται στον κορμό της κοινωνίας χωρίζοντάς την σε στρατόπεδα σε διαρκή σύγκρουση, ανάλογα με τη φυλή, τις θρησκευτικές πεποιθήσεις, τις κοινωνικές καταβολές και θέσεις.

Η κατάσταση αυτή ανάδυσης από τα σπλάχνα της δυτικής κοινωνίας μορφών επιθετικότητας που υποτίθεται ότι ο ίδιος ο πολιτισμός εξάλειψε, μαζί με την εγκατάλειψη της συλλογικότητας και την εξύψωση της ιδιώτευσης και του εγωκεντρισμού, του υπερκαταναλωτισμού, του ανταγωνισμού, ενθαρρύνουν την αύξηση της ατομικής παραβατικότητας και της βίας στις διαπροσωπικές σχέσεις. Η επιθετικότητα τρυπώνει στη συνείδηση του πολίτη και εγκαθίσταται εκεί ως επίμονη σκιά, που προκαλεί πολλαπλές παρενέργειες στον ψυχισμό, τη σκέψη, τη συμπεριφορά του. Από εκεί και έπειτα, μόνο μερικά (καθοριστικά) βήματα χωρίζουν το «φυσιολογικό» παιδί της διπλανής πόρτας από τον μακελάρη, την κανονικότητα από το «αναπάντεχο» δράμα της φριχτής κατάλυσης της ζωής...